Γυναικοκτονία | Femicide
"Η δολοφονία μίας ή περισσοτέρων γυναικών από έναν ή περισσότερους άνδρες, επειδή είναι γυναίκες"
Diana E.H. Russell

Archive

Άρθρα

Μία «τέλεια» πανδημία


Αικατερίνη Ζιόβα, 20/12/2020
Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 140, Ιανουάριος 2021, στο Βήμα της Γέρας.

Οι επιβεβλημένοι περιορισμοί για την προστασία της δημόσιας υγείας με στόχο την ανάσχεση της εξάπλωσης της πανδημίας COVID-19, έχουν δημιουργήσει τις «τέλειες» συνθήκες για την (ανα)γέννηση της πανδημίας, αυτή της ενδοοικογενειακής βίας.  Η σκιώδης πανδημία[1], όπως χαρακτηρίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης, έχει βρει εύφορο έδαφος μέσα στις οικογένειες όπου προϋπήρχαν η ανισότητα, οι διακρίσεις και η οικονομική ανασφάλεια. 

Σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί τυχαία η μεγάλη αύξηση των καταγγελιών που αφορούν συγκρούσεις και βίαια περιστατικά, εις βάρος γυναικών και παιδιών[2].  Οι ειδικοί μιλάνε για μία προβλέψιμη εξέλιξη καθώς η ενδοοικογενειακή βία είναι η πιο συνηθισμένη μορφή βίας κατά των γυναικών η οποία και αυξάνεται κατά τη διάρκεια κάθε είδους έκτακτης ανάγκης όπως είναι η πανδημία. 

Η απομόνωση και η περιορισμένη κυκλοφορία έχουν ιδιαίτερη επίδραση στις γυναίκες και τα παιδιά τους καθώς η παραμονή στο σπίτι ως αυτοπροστασία δεν είναι για όλους εύκολο. Για κάποιους είναι το μέρος όπου λαμβάνει χώρα σωματική και ψυχολογική κακοποίηση ιδιαίτερα όταν τα μέλη της οικογένειας περνούν περισσότερο χρόνο μαζί.  Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μοναδική προστασία που προσφέρει το σπίτι είναι αποκλειστικά σε αυτόν που ασκεί την κακοποίηση, καθώς εντός του σπιτιού έχει την ελευθερία να πράξει όπως θέλει χωρίς συνέπειες και έλεγχο από κανέναν.  Οι αυστηροί περιορισμοί σε συνδυασμό με την τακτική που εφαρμόζει ο θύτης, του ελέγχου, της απομόνωσης και της συνεχούς παρακολούθησης, καταφέρνουν να κλείσουν όλους τους δρόμους για αναζήτηση βοήθειας από τα θύματα αλλά και στους τρόπους εντοπισμού τους. 

Οι γυναίκες είναι τα θύματα της καραντίνας δεδομένης της άνισης κατανομής της οικιακής εργασίας, παροχή φροντίδας προς τα ευάλωτα μέλη της οικογένειας αλλά και την εκπαίδευση των παιδιών.  Το κλείσιμο των σχολικών μονάδων και των παιδικών σταθμών καθιέρωσε την τηλε-εκπαίδευση, η οποία τις περισσότερες φορές απαιτεί την επίβλεψη και την επιτήρηση από τους γονείς/κηδεμόνες.  Οι γονείς είναι αναγκασμένοι είτε να εργάζονται στο σπίτι υπό καθεστώς τηλεργασίας, είτε αποκλειστικά με τη φυσική τους παρουσία, ενώ άλλοι έχουν χάσει τη δουλειά τους ή τελούν υπό καθεστώς αναστολής της εργασίας τους. 

Σε όλες τις περιπτώσεις, το δυσανάλογο βάρος αυτών των αλλαγών έρχεται να πέσει στους ώμους τους γυναικών οι οποίες είναι πιο ευάλωτες στην αγορά εργασίας[3], γεγονός που καλλιεργεί μεγαλύτερη ανασφάλεια, ειδικά σε περιπτώσεις κακοποίησης όπου η απομάκρυνση από τον θύτη προϋποθέτει την οικονομική ανεξαρτησία.  Είναι αναγκαίο λοιπόν να βρεθούν οι κατάλληλοι τρόποι να προστατευτούν οι θέσεις εργασίας έτσι ώστε η ανασφάλεια και η ανεργία να μην αποτελούν ένα ακόμα όπλο στα χέρια του θύτη.

Επιπρόσθετα, ο φόβος προσβολής από τον COVID-19 σταματά τα θύματα από το να αναζητήσουν ιατρική ή άλλου είδους βοήθεια ακόμα και να καταφύγουν στο σπίτι των ηλικιωμένων γονιών τους από φόβο να μην τους εκθέσουν στον ιό.  Είναι γεγονός ότι συχνά οι φωνές των θυμάτων δεν ακούγονται και οι ανάγκες τους δεν λαμβάνουν τη σημασία που θα έπρεπε, όμως υπάρχουν ενέργειες οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην υποστήριξη τους και στην άμβλυνση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν. 

Είναι κρίσιμο να ενισχυθούν με ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους οι υπηρεσίες και τα κοινωνικά δίκτυα που παρέχουν στήριξη στα θύματα βοηθώντας τα να μη μείνουν σιωπηλά.  Πολλές από αυτές διεξάγουν στοχευμένες εκστρατείες σε συνδυασμό με εξειδικευμένες υπηρεσίες και προτείνουν διακριτούς τρόπους[4] με τους οποίους τα θύματα μπορούν να λάβουν βοήθεια από τις αρμόδιες δομές ή παρέχουν ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας που προσφέρει υπηρεσίες μέσω διαδικτυακής συνομιλίας ή γραπτών μηνυμάτων. Αυτή η πρακτική διευκολύνει τα θύματα να ζητήσουν βοήθεια από το σπίτι αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί κινδύνους.  Η επαφή με τα θύματα μέσω ψηφιακών τρόπων είναι πολύ σημαντική αλλά ταυτόχρονα πρέπει να εξασφαλίζεται η απουσία ψηφιακού αποτυπώματος μέσω του οποίου θα μπορεί ο θύτης να εντοπίσει τις κινήσεις του θύματος.

Συμπληρωματικά, θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνεχής λειτουργία του δικαστικού συστήματος έτσι ώστε να μπορούν να διώκονται οι θύτες και να ρυθμίζονται οι υποθέσεις που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης για την προστασία του θύματος. Η στήριξή τους όμως πρέπει να αφορά και τον καθένα από εμάς.  Είναι ανάγκη να αφουγκραστούμε και να διαδραματίσουμε έναν ατομικό ρόλο στην επικοινωνία με εκείνους που ενδέχεται να επηρεαστούν περισσότερο από την ενδοοικογενειακή βία και να τους παρέχουμε ένα ασφαλές περιβάλλον να μιλήσουν χωρίς ενοχές και ανασφάλειες.

Τέλος, όπως δήλωσε η GREVIO[5], «ποτέ πριν δεν ήταν τόσο επιτακτική η ανάγκη να βρεθούν και να συνδυαστούν καινοτόμες λύσεις» όπως αυτές που αναφέρθηκαν, έτσι ώστε να αποτελέσουν μέρος μιας συντονισμένης κοινής προσπάθειας όλων των αρμόδιων υπουργείων και των γυναικείων οργανώσεων ώστε να παραμείνουν οι γυναίκες και τα παιδιά ασφαλή.



[1] https://www.coe.int/en/web/portal/-/violence-against-women-and-girls-before-during-and-after-covid-19-the-shadow-pandemic-that-must-be-addressed

[2]Η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 και το email sos15900@isotita.gr απευθύνονται σε γυναίκες θύματα βίας.  Είναι πανελλαδικής εμβέλειας, 24ωρης λειτουργίας, 365 ημέρες το χρόνο.

Την περίοδο του πρώτου lockdown, στη γραμμή SOS 15900 καταγράφηκαν 325 κλήσεις τον μήνα Μάρτιο και αφορούσαν περιστατικά βίας, ενώ συγκριτικά τον Απρίλιο 2020 παρατηρείται μια αύξηση των κλήσεων σε ποσοστό 227,4%.

Διαθέσιμο στο: https://www.isotita.gr/1%ce%b7-%ce%b5%cf%84%ce%ae%cf%83%ce%b9%ce%b1-%ce%ad%ce%ba%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b3%cf%85%ce%bd/

[3] Έρευνα του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, διαθέσιμη στο: https://www.amcham.gr/wp-content/uploads/2020/05/GenderImpactOfPandemic2020.ENGLISH.pdf

[4] Μία δειγματοληπτική έρευνα για το κωδικό μήνυμα «μάσκα 19», με το οποίο το θύμα μπορεί να απευθυνθεί σε φαρμακεία για βοήθεια, έδειξε ότι τα θύματα δεν επιλέγουν να καταγγείλει την κακοποίηση μέσω αυτών. Σε 8 φαρμακεία συνοικίας των Αθηνών, δεν καταγράφηκε καμία καταγγελία σε διάστημα από 1 Απριλίου έως και σήμερα.

[5] Η ομάδα εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της βίας εναντίον των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίαςΔιαθέσιμο στο: https://www.coe.int/en/web/genderequality/-/for-many-women-and-children-the-home-is-not-a-safe-place






                    c.Ekaterini Ziova


25 Νοεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας Κατά των Γυναικών: Ενδοοικογενειακή Βία Κατά των Γυναικών στην Ελλάδα.

Από την Ειρήνη Παπαγιάννη, Ψυχολόγο Μsc – Παιδαγωγό Μed,  Ειδικευμένη στην Παιδοψυχολογία, Πιστοποιημένο Στέλεχος Επαγγελματικής Συμβουλευτικής * 

Η μάστιγα και το μαστίγιο

Ένα φαινόμενο που αποτελεί κοινωνική μάστιγα, είναι χωρίς αμφιβολία αυτό της ενδοοικογενειακής βίας. Σύμφωνα με πρόσφατα  στοιχεία, στην Ευρώπη η ενδοοικογενειακή βία αποτελούσε την κύρια αιτία πρόκλησης σωματικών βλαβών σε βαθμό αναπηρίας ή ακόμα και θανάτου για τις γυναίκες ηλικίας 16-44 ετών (Obessi, 2008). Η ενδοοικογενειακή βία, σύμφωνα με τον ορισμό που έχει υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι “κάθε σωματική, σεξουαλική, ή ψυχολογική βία που ασκείται σε βάρος του θύματος από τον τωρινό ή πρώην σύζυγο, ή από το σύντροφο, ή άλλα μέλη της οικογένειας” (Αρτινοπούλου, 2006, σελ.3). Ως βία δε, νοείται “κάθε σωματική, λεκτική και ψυχολογική ή συναισθηματική βία, ο εξαναγκασμός και η παραμέληση, ανεξάρτητα από το αν η χρήση της βίας είναι επαναλαμβανόμενη ή συμβαίνει μόνο μια φορά” (Αρτινοπούλου, 2006, σελ.3).

Οι συνέπειες  που έχει η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζουν όχι μόνο στο άτομο που δέχεται τη βία, αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, το κοινωνικό ακόμα και στις κρατικές δομές. Αυτό είναι εύλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι αν η μητέρα δέχεται βία από τον σύζυγό της ή το αντίστροφο, τα παιδιά γίνονται μάρτυρες του γεγονότος και δέχονται τις αρνητικές συνέπειες. Ακόμη, το θύμα βάλλεται σωματικά και ψυχολογικά, με αποτέλεσμα να γίνεται εσωστρεφές και να ευνοείται ο κοινωνικός του αποκλεισμός (Αρτινοπούλου, 2006).

Η Ενδοοικογενειακή Βία Εναντίον των Γυναικών στην Ελλάδα

Η βία εναντίον των γυναικών αποτελεί μια χαίνουσα πληγή που δεν περιορίζεται πολιτισμικά, εθνικά, κοινωνικά, οικονομικά, μορφωτικά κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα μπορεί να πέσει θύμα βίας ανεξάρτητα από την οικονομική της κατάσταση, την μορφωτική, την κοινωνική, την οικονομική κ.τλ. Ακόμη, η βία κατά των γυναικών αποτελεί “φαινόμενο μοναδικής ιστορικής αντοχής” και  η αναπαραγωγή του βασίζεται στους διάφορους μηχανισμούς, θεσμούς και ιδεολογήματα, με βασικότερο αυτόν της οικογένειας και της θρησκείας (Σκλάβου, 2008). Οι θεσμοί αυτοί έχουν καθιερώσει τον ρόλο της γυναίκας ως του μέλους της οικογένειας που είναι φυσιολογικό να υποστεί βία ή ακόμα και να φέρει ευθύνη με τη συμπεριφορά της για την άσκηση βίας εναντίον της (Γνώση Αναπτυξιακή, 2018). Από τις διάφορες μορφές βίας που μπορεί να υποστεί μια γυναίκα, η ενδοοικογενειακή είναι η πλέον συνηθισμένη και μπορεί να λάβει τη μορφή σωματικής, ψυχολογικής, σεξουαλικής και οικονομικής κακοποίησης.

Αν και στον υπόλοιπο κόσμο, η ενδοοικογενειακή βία έχει βρεθεί στο επίκεντρο τόσο της έρευνας όσο και της νομοθεσίας, στην Ελλάδα μέχρι και το 2003 δεν είχε πραγματοποιηθεί επιδημιολογική περιγραφική έρευνα που να αφορά την ενδοοικογενειακή βία, όπως είχε συμβεί σε άλλες χώρες του κόσμου.

Πέραν αυτού, τουλάχιστον μέχρι το 2000 δεν υπήρχε κρατική μέριμνα για την πραγματοποίηση ερευνών σχετικά με τη βία εναντίον των γυναικών στην Ελλάδα ή ακόμα και γενικότερων ζητημάτων που να αφορούν το γυναικείο φύλο (Τζιουβάρα, 2008). Τέλος, ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για την ενδοοικογενειακή βία δεν υφίστατο μέχρι και το 2006 (Petropoulos, Fotou, Ranjan, Chatzifotiou & Dimadi, 2016).

Το γεγονός αυτό αποτελούσε τροχοπέδη για την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την έκταση που είχε το φαινόμενο αυτό, το προφίλ δραστών και θυμάτων, το είδος βίας που ασκούταν κ.ά. (ΚΕΘΙ, 2003). Το 2003 λοιπόν το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ) εξέδωσε την πρώτη επιδημιολογική για την ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών. Ως επιδημιολογική περιγραφική έρευνα ορίζεται αυτή που στοχεύει στην “διερεύνηση του επιπολασμού ενός φαινομένου στο γενικό πληθυσμό της χώρας και τα αποτελέσματά της έχουν στατικό χαρακτήρα” (ΚΕΘΙ, 2003, σελ.54). Δείγμα για την έρευνα αποτέλεσαν 1200 γυναίκες ηλικίας 18-64 ετών, ενώ επιλέχθηκαν περιοχές απ’ όλη την ελληνική επικράτεια. Οι γυναίκες που συμμετείχαν συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο διάρκειας 30-40 λεπτών με δομημένο περιεχόμενο. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας το 56% των γυναικών δήλωσαν ότι είχαν υποστεί λεκτική και/ή ψυχολογική βία μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ενώ για το 56,2% η μορφή αυτή βίας ήταν μακροχρόνια, δηλαδή ήταν αποδέκτες της βίας για περισσότερο από μια δεκαετία. Όσον αφορά δε τη σωματική βία, το ποσοστό των γυναικών που είχαν υποστεί βαριές σωματικές βλάβες ξεπερνούσε το 37%, ενώ το 37,7% είχε υποστεί ελαφριές σωματικές βλάβες.

Γυναίκες που είχαν δεχθεί βία στην παιδική τους ηλικία ή είχαν γίνει μάρτυρες αυτής, καθώς επίσης και γυναίκες που είχαν υπάρξει θύματα βίας σε προηγούμενη σχέση τους, έχουν περισσότερες πιθανότητες για επαναθυματοποίηση (revictimization) σε σχέση με άλλες (ΚΕΘΙ, 2003).

Η γενική διαπίστωση ότι η ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα, αποτελούσε το 2003 ζήτημα στερεότυπων είναι ενδεικτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν τα θύματα και την νοοτροπία που είχαν σύμμαχο οι δράστες, κυρίως στις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές (Μαλέτσικα, 2015).

ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΩΣΤΟΣΟ ΠΡΟΕΡΧΟΤΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ ΤΑ ΘΥΜΑΤΑ, ΠΟΥ ΜΟΝΟ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ 6% ΠΡΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΣΕ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ.

Οι λόγοι που εξηγούν αυτό το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό είναι σχετικοί με το νομοθετικό πλαίσιο – που θα αναλυθεί εκτενώς στο δεύτερο μέρος της εργασίας -, με την χρονοβόρα δικαστική διαδικασία και την ανεπάρκεια της υποστηρικτικής δομής που οφείλει να έχει η πολιτεία (Γνώση Αναπτυξιακή, 2018).

Ειδικότερα, οι δομές για την υποστήριξη των θυμάτων της οικογενειακής βίας είναι ελλιπείς, κυρίως στα επαρχιακά αστικά ή ημιαστικά κέντρα, ενώ παράλληλα ο γραφειοκρατικός χαρακτήρας ορισμένων φορέων και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους λειτουργεί αποτρεπτικά για τα θύματα (Μαλέτσικα, 2015). Επιπρόσθετα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες οι γυναίκες αποθαρρύνονταν να προχωρήσουν σε καταγγελία λόγω της εξαρτημένης οικονομικής σχέσης που είχαν με το θύτη, με αποτέλεσμα να παραμένουν στην βίαιη σχέση (Γνώση Αναπτυξιακή, 2018).

Με την πάροδο των ετών, πραγματοποιήθηκαν επιμέρους έρευνες που προσεγγίζουν το πρόβλημα υπό διάφορες οπτικές. Είναι εύλογο ότι στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας δεν είναι εφικτό να αναλυθούν όλες. Ωστόσο, κρίνεται σημαντικό να προστεθεί ότι σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2009 και δημοσιεύθηκε το 2019, ακόμα και εγκυμονούσες γυναίκες είχαν πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας, είτε Ελληνίδες είτε αλλοδαπές που ζουν στην Ελλάδα. Σε ένα δείγμα 546 γυναικών, το 6% δήλωσε ότι είχε υποστεί κακοποίηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης του, το 3,4% των γυναικών απάντησε ότι η κακοποίηση υπήρχε από την έναρξη της εγκυμοσύνης, ενώ το είδος της βίας που υπέστησαν ήταν σωματική (Antoniou & Iatrakis, 2019).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι Ελληνίδες με σύντροφο άλλης εθνικότητας, έχουν υψηλότερες πιθανότητες να υποστούν βία από το σύντροφό τους σε σχέση σε ποσοστό 5,5%. Η ίδια έρευνα έδειξε ότι οι πλέον ευάλωτες ομάδες γυναικών είναι οι γυναίκες που δεν εργάζονται, είτε είναι άνεργες (15,4%) είτε νοικοκυρές(7,1%) και οι φοιτήτριες (20%). Όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση των γυναικών που έπεσαν θύματα βίας, αποδεικνύεται ότι οι ανύπανδρες γυναίκες πέφτουν θύματα βίας σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό (25%) σε σχέση με αυτές που είναι παντρεμένες (5,3%) (Antoniou & Iatrakis, 2019). Τέλος, σύμφωνα με στοιχεία του 2014, παρουσιάζεται αισθητή αύξηση στο ποσοστό των γυναικών που καταγγέλλουν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, από 6% σε 14%, τα ποσοστά όμως των γυναικών που ζητούν ιατρική ή (6%) νομική βοήθεια (11%) παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά (Κλώνζτα, 2014).

Το νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας

Στην Ελλάδα το νομικό πλαίσιο που ισχύει για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας ισχύει από το 2006 με το Ν 3500/2006. Είναι ενδεικτικό ότι μέχρι και το 2006 δεν είχε ληφθεί νομοθετική μέριμνα για το φαινόμενο αυτό, γεγονός που με τη σειρά του ενίσχυε την μη καταγραφή των περιστατικών της ενδοοικογενειακής βίας. Ακόμη, λόγω της απουσίας νομοθετικού πλαισίου, που ουσιαστικά συνεπαγόταν τη μη αναγνώριση της ενδοοικογενειακής βίας ως έγκλημα, δεν καταγράφονταν τα διαζύγια που εκδίδονταν εξαιτίας της βίας κατά της συζύγου. Όσα περιστατικά κατήγγειλαν τη βία εναντίον των γυναικών, αντιμετωπίζονταν με βάση τις τότε ισχύουσες διατάξεις του ποινικού κώδικα για αδικήματα κατά του προσώπου, της ελευθερίας, της τιμής, της προσωπικότητας και της σεξουαλικής ελευθερίας του ατόμου (Τζιουβάρα, 2008). Στην πράξη, η απουσία νομοθετικού πλαισίου για την οικογενειακή βία μέχρι και το 2006, δεν επέτρεπε ούτε στην Δικαιοσύνη αλλά ούτε και στην Αστυνομία να παρέμβουν υπέρ του θύματος (Τζιουβάρα, 2008).

Το νομοθέτημα αυτό αποτελείται από έξι κεφάλαια και ορίζει ότι η βία μέσα στην οικογένεια μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε σε ποινικό, είτε σε αστικό είτε σε διοικητικό επίπεδο. Πέραν των διατάξεων που αφορούν την αντιμετώπιση της άμεσης βίας, λήφθηκαν μέτρα και για την δευτερογενή θυματοποίηση, δηλαδή την έμμεση βλάβη των θυμάτων λόγω της καχύποπτης ή αποδοκιμαστικής συμπεριφοράς από το ευρύτερο οικογενειακό, συγγενικό και κοινωνικό περιβάλλον ή ακόμα και από τους φορείς που εμπλέκονται στην διαδικασία του κοινωνικού ελέγχου, όπως είναι οι αστυνομικοί, οι ιατροδικαστές κά. Γι’ αυτό το λόγο, θεσπίστηκε το απόρρητο της ανάκρισης και η δημοσιοποίηση των στοιχείων των ατόμων που εμπλέκονται στην υπόθεση, είτε αυτά αποτελούν το θύτη είτε το θύμα (Τζιουβάρα, 2008).

Σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο, το κράτος αναδεικνύεται ως ο μεγαλύτερος αρωγός. Ειδικότερα, στο άρθρο 21 του Ν 3500/2006 δηλώνονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της πολιτείας απέναντι στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Το κράτος οφείλει να παράσχει στα άτομα που καταγγέλλουν περιστατικά βίας ηθική υποστήριξη αλλά και υλική βοήθεια, μέσω των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που έχουν δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό. Στο ίδιο πλαίσιο, οι αστυνομικές αρχές είναι υποχρεωμένες να καθοδηγήσουν τα θύματα, ώστε να αναζητήσουν βοήθεια από τους προαναφερόμενους οργανισμούς, ενώ ακόμα και εκπαιδευτικοί που αντιλαμβάνονται περιστατικά βίας πρέπει να δρομολογούν τη διαδικασία που προβλέπεται για παροχή βοήθειας (Πλεύρη, 2015). Ακόμη, προβλέφθηκε ότι σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας θα υφίσταται η διαδικασία της διαμεσολάβησης, με την παρουσία εισαγγελέα, δηλαδή η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος σε μια ορισμένη χρονική περίοδο κατά την οποία αναστέλλεται η ποινική υπόθεση (Ranjan, 2019).

Το ουσιαστικό ερώτημα γύρω από το νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας είναι αν αυτό διασφαλίζει την ουσιαστική προστασία των θυμάτων. Είναι γεγονός από το 2006 και μετά, σημειώθηκε αύξηση σε ποσοστό 29% των καταγγελιών για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όμως ο συνολικός μηχανισμός δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις των περιστάσεων. Σύμφωνα με την Πλεύρη (2015), η νομοθεσία είναι “άρτια” αλλά η πραγματική προστασία κρίνεται “ανεπαρκής”. Αυτό το συμπέρασμα είναι απόρροια πολλών παραγόντων. Ένας από αυτούς είναι η έλλειψη υποστηρικτικών δομών, δηλαδή των φορέων που θα έπρεπε να στέκονται αρωγοί στο πλευρό των θυμάτων και η κακή επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων (Πλεύρη, 2015).

Σύμφωνα με τις απαντήσεις που έδωσαν γυναίκες –θύματα ενδοοικογενειακής βίας σε έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2018, μόνο το 29,2% (19 ερωτώμενες σε σύνολο 70) των γυναικών που είχαν υποστεί ενδοοικογενειακή γνώριζε το νομοθετικό πλαίσιο, ενώ το 70,6 αυτών (12 ερωτώμενες) απάντησε ότι η γνώση αυτή συνέβαλε μέτρια έως πλήρως στο να προχωρήσουν σε καταγγελία των περιστατικών βίας. Στην ίδια έρευνα, μόλις το 35,4% των ερωτώμενων (33 γυναίκες) απάντησε ότι κρίνει μέτρια την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ το 14,6% την έκρινε πλήρως ικανοποιητική. (Γνώση Αναπτυξιακή, 2018). Είναι εύλογο, ότι τα ποσοστά αυτά, αν και δεν είναι δυνατό να γενικευθούν λόγω της μικρού δείγματος, καταδεικνύουν την ανασφάλεια που επικρατεί και την έλλειψη εμπιστοσύνης στο θεσμό της Ποινικής Διαμεσολάβησης (Γνώση Αναπτυξιακή, 2018).

Ολοκληρώνοντας αυτό το κεφάλαιο, κρίνεται σκόπιμο να γίνει μια μικρή αναφορά στις κυριότερες υπηρεσίες που λειτουργούν ήδη και στόχο έχουν να βοηθήσουν τις κακοποιημένες γυναίκες. Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων το 2011 δημιούργησε την εικοσιτετράωρη τηλεφωνική γραμμή 15900 στην οποία τα θύματα βίας μπορούν να απευθύνονται για βοήθεια (Κλώντζα, 2014). Ο ίδιος φορέας δημιούργησε το θεσμό των Συμβουλευτικών Κέντρων και Ξενώνων για τη στήριξη γυναικών που έχουν πέσει θύματα βίας και στελεχώνονται από ειδικούς, ενώ διάφορες Μ.Κ.Ο. έχουν συσταθεί με τον ίδιο σκοπό. Αξίζει να αναφερθεί ότι ήδη από το 1989 είχε δημιουργηθεί στον Δήμο Αθηναίων το πρώτο Συμβουλευτικό Κέντρο Κακοποιημένων Γυναικών (Πετροπούλου, 2017).

Δράσεις για την ενίσχυση του νομικού πλαισίου και καλές πρακτικές από τον ευρωπαϊκό χώρο

Τον Μάρτιο του 2019 η Ελλάδα ψήφισε το Ν. 4604/2019 για την Προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων, πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας, που εισήγαγε ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που εστιάζει στην ισότητα των δύο φύλων. Ένα χρόνο νωρίτερα, με τον Ν. 4512/2018 είχε περιγραφεί λεπτομερώς η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης σε περιπτώσεις που η γυναίκα πέφτει θύμα βίας (Ranjan, 2019). Ωστόσο, ο Ranjan στο άρθρο του υπογραμμίζει ότι το έλλειμμα σοβαρών επιστημονικών στοιχείων για τη σχέση ενδοοικογενειακής βίας και ποινικής διαμεσολάβησης, είναι τέτοιο που δυσχεραίνει τον σχηματισμό μιας σαφούς εικόνας για την αποτελεσματικότητά της. Το σχέδιο δράσης που προτείνει εμπλέκει μια σειρά από οργανισμούς και ιδιώτες που θα στοχεύσουν στην συγκέντρωση επαρκούς αριθμού στοιχείων για τα περιστατικά οικογενειακής βίας, που θα επιτρέπουν την ορθή αξιολόγηση της κατάστασης και την λήψη μέτρων για την βελτίωση που στόχο θα έχουν την αποκατάσταση του θύματος, του δράστη και της κοινότητας (Ranjan, 2019).

Όσον αφορά τις πρακτικές, είναι θεμιτό οι φορείς να στρέψουν την προσοχή τους σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Στη Γερμανία ο θύτης αντιμετωπίζεται ως άτομο που χρήζει βοήθειας, αφού στην πλειονότητα των περιπτώσεων η επιθετική του συμπεριφορά είναι επαναλαμβανόμενη και δεν παύει ακόμα και μετά την τιμωρία του γι’ αυτή ή την αλλαγή συντρόφου. Έχοντας αυτό ως σταθερά, οι γερμανικοί φορείς δημιούργησαν την συμβουλευτική εργασία με τους άνδρες-θύτες ενδοοικογενειακής βίας, πρακτική που εφαρμοζόταν ήδη στις ΗΠΑ αλλά και στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η θεραπευτική αυτή παρέμβαση είναι είτε ατομική είτε ομαδική και αποσκοπεί στο να κατανοήσει ο θύτης ότι η συμπεριφορά του είναι λανθασμένη, καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν είναι αποδεκτή. Όσον αφορά δε τις επαρχιακές πόλεις, η δημιουργία μιας κινητής μονάδας υποστήριξης των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, με βάση το γερμανικό πρότυπο, που στόχο έχει να ενημερώσει τους πολίτες για το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο γύρω από την ενδοοικογενειακή βία. Η μονάδα αυτή που στελεχώνεται από ειδικούς –μια ψυχολόγο και μια δικηγόρο- δίνει την δυνατότητα στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας να προχωρήσουν σε καταγγελία, εφόσον το επιθυμούν, διευκολύνοντας τη διαδικασία της προσφυγής σε άλλους φορείς (Prolepsis, 2013).

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών στην Ελλάδα δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Εν τούτοις, οι έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί από το 2003 και μετά, καταδεικνύουν ότι η ενδοοικογενειακή βία παραμένει μία από τις σοβαρότερες παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, καθώς οι αρνητικές συνέπειες του φαινομένου δε σταματούν στο άτομο ή τον οικογενειακό πυρήνα, αλλά διασπείρονται σε κοινωνικό και κρατικό πλαίσιο. Τα ποσοστά των γυναικών που δέχονται βία μέσα στην οικογένειά τους είναι υψηλά, ενώ ο αριθμός των καταγγελιών αυτών δεν είναι ικανοποιητικός, γεγονός που συνεπάγεται ότι οι γυναίκες ανέχονται την επιθετική συμπεριφορά των συζύγων, των συντρόφων ή των γονέων τους, συμβάλλοντας στην διαιώνιση του προβλήματος. Οι λόγοι που εξηγούν αυτή τη στάση είναι ποικίλοι, σε κάθε περίπτωση τα περιθώρια παρέμβασης είναι πολλά.

Η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αντιμετώπιση του φαινομένου, τόσο στον τομέα της πρόληψης όσο και της αντιμετώπισής του. Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, που προϋποθέτουν όμως την διεξαγωγή ερευνών που θα μελετήσουν το πρόβλημα σε αξιόπιστη βάση και θα προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις που δε θα στιγματίζουν τα άτομα που εμπλέκονται σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Σε αυτό το πλαίσιο προτείνεται η υιοθέτηση καλών πρακτικών που θα ενισχύσει το ήδη ευρύ – στα αστικά κέντρα και προβληματικό στα επαρχιακά -αλλά ασθενές λειτουργικά υποστηρικτικό δίκτυο θυμάτων και θυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τα λεγόμενα των γυναικών που έλαβαν μέρος στην έρευνα του ΚΕΘΙ το 2003, η διαπαιδαγώγηση των παιδιών στο σχολείο γύρω από το ζήτημα δείχνει την κατεύθυνση την ανθρωπιστικής παιδείας που μπορεί να λειτουργήσει κατασταλτικά ενάντια όχι μόνο σε αυτό το φαινόμενο, αλλά συνολικά (ΚΕΘΙ, 2003). 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Αρτινοπούλου, Β. (2006). Ενδοοικογενειακή κακοποίηση γυναικών. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Antoniou, E., & Iatrakis, G. (2019). Domestic Violence During Pregnancy in Greece. International Journal of Environmental Research and Public Health, 16(21), 4222. doi:10.3390/ijerph16214222

Γνώση Αναπτυξιακή. (2018). Η ποσοτική και ποιοτική αποτίμηση της βίας κατά των γυναικών την περίοδο 2008-2016 και η σύνδεση των ποιοτικών και ποσοτικών όψεων με την οικονομική κρίση. Νέες ευάλωτες ομάδες πληθυσμού και προκλήσεις πολιτικής (2).

http://www.isotita.gr/wpcontent/uploads/2018/04/%CE%9C%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%92%CE%AF%CE%B1-.pdf

Ινστιτούτο Προληπτικής, Περιβαλλοντικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis. (2012). Η ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα. Ανακτήθηκε από SUNIA GEEL: http://www.migration.cc/projekte/suniageel2/data/d/d_005_WS4_Handbook_for_Preventing_Domestic_Violence_EL_el.pdf

ΚΕΘΙ. (2003). Ενδο-οικογενειακή βία κατά των γυναικών: Πρώτη πανελλαδική επιδημιολογική έρευνα. Αθήνα.

Κλώνζτα, O. (2014, March 8). Χάσμα Βορρά – Νότου και στην κακοποίηση γυναικών. Το Βήμα. Retrieved from https://www.tovima.gr/2014/03/07/society/xasma-borra-notoy-kai-stin-kakopoiisi-gynaikwn/

Μαλέτσικα, Μ. (2015). Ενδοοικογενειακή βία: Οι εμπειρίες και οι αντιλήψεις των επαγγελματιών που εργάζονται στις τηλεφωνικές γραμμές στήριξης» (Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Βόλος).

Obessi, P. (2008). Legal protection against Domestic Violence in Greece. Critical observations. International Journal of Caring Sciences , 1(1), 7-14. Ανακτήθηκε από http://www.internationaljournalofcaringsciences.org

Πετροπούλου, Ε. (2017). Η συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη συμβουλευτική υποστήριξη των θυμάτων οικογενειακής βίας: Η περίπτωση του Συμβουλευτικού Κέντρου Γυναικών Καλαμάτας. (Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, ΑΤΕΙ Πελοποννήσου).

Petropoulos, N. (., Fotou, E., Ranjan, S., Chatzifotiou, S., & Dimadi, E. (2016). Domestic Violence Offenders in Greece. Policing, 10(4), 416-431. doi:10.1093/police/paw034

Πλεύρη, Α. Η νομοθετική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Εφαρμογές Αστικού Δικαίου & Πολιτικής Δικονομίας. 7,  591-609.

Ranjan, S. (2019). Domestic Violence Legislation in Greece: Analysis of Penal Mediation. Women & Criminal Justice, 1-27. doi:10.1080/08974454.2019.1646192

Σκλάβου, Κ. Σ. (2008). Ενδοοικογενειακή βία και κοινωνική ένταξη αλλοδαπών γυναικών. Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλα.

Τζιουβάρα, Ε. (2008). Ενδοοικογενειακή βία : κατά των γυναικών : Πολιτικές και δράσεις για την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την καταστολή του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας (Μεταπτυχιακή εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

 *H Ειρήνη Παπαγιάννη είναι πτυχιούχος Ψυχολογίας και Παιδαγωγός Προσχολικής Ηλικίας. Ειδικευμένη στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό και με Εξειδίκευση στην Παιδοψυχολογία. Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (Master) στις Κοινωνικές και Ανθρωπιστικές Επιστήμες με κατεύθυνση Θεωρίες Παιδαγωγικών και Εκπαίδευσης και Κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (Μaster) στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική. Μέλος του Επιστημονικού Εκπαιδευτικού Μητρώου του Ε.Κ.Δ.Δ.Α. Ενταγμένη στο Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών του Δημόσιου Τομέα. Έχει επιτελέσει Εισηγήτρια – Εκπαιδεύτρια σε Δ.Ι.Ε.Κ και Αξιολογητής στον Ε.Ο.Π.ΕΠ.Π. Εργάστηκε στην Ειδική Υπηρεσία Νηπίων Αθηνών – ΠΙΚΠΑ και στην συνέχεια στον Εθνικό Οργανισμό Κοινωνικής Φροντίδας (ΕΟΚΦ). Ήταν Δ/ντρια σε ΝΠΔΔ του Δήμου Μάνδρας/Αττικής και κατόπιν εργάστηκε στον Οργανισμό Εργατικής Εστίας. Σήμερα εργάζεται ως Αναπληρώτρια Διευθύντρια στο ΒΝΣ Ο.Α.Ε.Δ. Άρτας / Ηπείρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου